pull-out
pull
pʊl
pool
out
aʊt
awt
pullout

Ορισμός και σημασία του "pull-out"στα αγγλικά

01

αφαιρούμενο ένθετο, ξεχωριστό φύλλο

a part of a magazine, newspaper, etc. that can be taken out easily and kept separately 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pull-outs
Παραδείγματα
She always saves the recipe pull-out from the magazine to try new dishes at home. 

Αποθηκεύει πάντα το προσάρτημα από το περιοδικό για να δοκιμάσει νέα πιάτα στο σπίτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store