pull-up
pull
pʊl
pool
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "pull-up"στα αγγλικά

01

άρση κορμού, άσκηση έλξης

an upper-body exercise in which a person pulls themselves up on a horizontal bar until the chin reaches the level of the bar 
Dialectbritish flagBritish
chin-upamerican flagAmerican
pull-up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pull-ups
Παραδείγματα
He did ten pull-ups during his workout. 

Έκανε δέκα αναρρίχηση κατά τη διάρκεια της προπόνησής του.

02

καφενείο στο δρόμο, εστιατόριο για οδηγούς φορτηγών

a roadside café or diner, often frequented by truck drivers 
Παραδείγματα
We stopped at a pull-up for coffee and snacks. 

Σταματήσαμε σε ένα καφενείο δίπλα στο δρόμο για καφέ και σνακ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store