bushmeat
bush
bʊʃ
boosh
meat
mit
mit

Ορισμός και σημασία του "bushmeat"στα αγγλικά

01

κρέας αγρίων ζώων, μπουςμίτ

meat of African wild animals eaten as food 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bushmeats
Παραδείγματα
They were fascinated by the rich flavors of a traditional bushmeat stew they tasted while traveling abroad. 

Ήταν γοητευμένοι από τα πλούσια αρώματα ενός παραδοσιακού κρεατός αγρίων ζώων της Αφρικής που δοκίμασαν ενώ ταξίδευαν στο εξωτερικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bushmeat

bush

+

meat

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store