roti
ro
ˈrəʊ
rew
ti
ti
ti
goateecoyotethroaty

Ορισμός και σημασία του "roti"στα αγγλικά

01

ρότι, στρογγυλό επίπεδο ψωμί από αλεύρι ολικής άλεσης

a round flat bread made with whole wheat flour, native to the Indian subcontinent 
roti definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
rotis

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store