Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rotoscoping
01
ροτοσκοπία, τεχνική ροτοσκοπίας
a technique used in animation and filmmaking to trace over live-action film movement frame by frame, creating a more fluid and lifelike animation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























