Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Weathergirl
01
παρουσιάστρια καιρού, μετεωρολόγος
a woman on TV or radio who tells people about the weather and describes it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
weathergirls
αρσενικό ενικό
weatherman
θηλυκό ενικό
weathergirl
neutral form
weather presenter
Παραδείγματα
The weathergirl predicted sunny skies for the weekend getaway.
Η παρουσιάστρια του καιρού πρόβλεψε ηλιόλουστους ουρανούς για το σαββατοκύριακο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
weathergirl
weather
girl



























