Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
EPS
01
EPS (Κέρδος ανά Μετοχή), Έσοδα ανά μετοχή
a financial measure that indicates a company's profit in relation to each outstanding share of common stock
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
EPSs



























