busking
Pronunciation
/bˈʌskɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "busking"στα αγγλικά

01

μουσική του δρόμου, παίζοντας στο δρόμο

the act of playing music in public and asking the passers-by for money
busking definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
buskings

Λεξικό Δέντρο

busking
busk
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store