nonet
no
nəʊ
νεου
net
ˈnɛt
νετ

Ορισμός και σημασία του "nonet"στα αγγλικά

01

νονέτο, ομάδα που αποτελείται από εννέα τραγουδιστές ή μουσικούς

a group consisting of nine singers or musicians 
nonet definition and meaning
02

νονέτο, μουσικό κομμάτι γραμμένο για εννέα τραγουδιστές ή όργανα

a musical piece written for nine singers or instruments 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
nonets

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store