Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Frontwoman
01
κύρια τραγουδίστρια, frontwoman
the lead female vocalist or performer in a pop or rock band
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
frontwomen
αρσενικό ενικό
frontman
θηλυκό ενικό
frontwoman
neutral form
frontperson
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
frontwoman
front
woman



























