Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unputdownable
01
συναρπαστικός, μαγευτικός
(of a book) very exciting in a way that one cannot stop reading it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unputdownable
συγκριτικός βαθμός
more unputdownable
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
unputdownable
putdownable



























