Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Brass rubbing
01
τρίψιμο ορείχαλκου, μέθοδος αναπαραγωγής χαρακτικών ορείχαλκου
a method of reproducing brass engravings, particularly those found in churches, by laying a piece of paper over them and rubbing soft chalk or crayon on it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
brass rubbings



























