principal parts
prin
ˈprɪn
prin
ci
si
pal
pəl
pēl
parts
pɑ:ts
paats

Ορισμός και σημασία του "principal parts"στα αγγλικά

Principal parts
01

κύρια μέρη, βασικές μορφές του ρήματος

(grammar) the basic forms of a verb that help create all its tenses 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
principal parts
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store