teleshopping
te
ˈtɛ
te
le
li
sho
ˌʃɒ
sho
pping
pɪng
ping

Ορισμός και σημασία του "teleshopping"στα αγγλικά

01

τηλεπώληση, πώληση μέσω τηλεόρασης

the practice of selling products on a TV program or online 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
I was watching teleshopping late at night and ended up buying a new blender. 

Παρακολουθούσα τηλεπώληση αργά το βράδυ και κατέληξα να αγοράσω ένα νέο μπλέντερ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store