redial
re
ri:
ρη
dial
daɪəl
νταιαλ
/ɹˈiːda‍ɪ‍əl/

Ορισμός και σημασία του "redial"στα αγγλικά

to redial
01

επανεπιλέγω, καλώ ξανά

to dial a phone number that was already dialed
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
redial
γ΄ ενικό πρόσωπο
redials
ενεστώτα μετοχή
redialing
απλός αόριστος
redialed
παθητική μετοχή
redialed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store