Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to redial
01
επανεπιλέγω, καλώ ξανά
to dial a phone number that was already dialed
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
redial
γ΄ ενικό πρόσωπο
redials
ενεστώτα μετοχή
redialing
απλός αόριστος
redialed
παθητική μετοχή
redialed
Λεξικό Δέντρο
redial
dial



























