Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Streetwear
01
ρουχισμός δρόμου, streetwear
informal clothing that the urban youth of a particular subculture typically wear
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
streetwear
street
wear



























