Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to volumize
01
προσθέτω όγκο, κάνω τα μαλλιά να φαίνονται πυκνά και γεμάτα
to make hair appear thick and full-bodied
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
volumize
γ΄ ενικό πρόσωπο
volumizes
ενεστώτα μετοχή
volumizing
απλός αόριστος
volumized
παθητική μετοχή
volumized
Λεξικό Δέντρο
volumize
volume



























