loose-limbed
loose
lus
loos
limbed
lɪmd
limd

Ορισμός και σημασία του "loose-limbed"στα αγγλικά

loose-limbed
01

χαλαρός, εύκαμπτος

(of a person) moving in a relaxed way, and not stiff 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most loose-limbed
συγκριτικός βαθμός
more loose-limbed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The loose‑limbed dancer swayed effortlessly to the music. 

Ο χορευτής με χαλαρά άκρα κουνιόταν αβίαστα στη μουσική.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store