Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
loose-limbed
01
χαλαρός, εύκαμπτος
(of a person) moving in a relaxed way, and not stiff
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most loose-limbed
συγκριτικός βαθμός
more loose-limbed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His loose‑limbed walk gave him an air of casual charm.
Το χαλαρό περπάτημά του του έδινε μια αύρα χαλαρής γοητείας.



























