loose-limbed
Pronunciation
/lˈuːslˈɪmd/

Ορισμός και σημασία του "loose-limbed"στα αγγλικά

loose-limbed
01

χαλαρός, εύκαμπτος

(of a person) moving in a relaxed way, and not stiff
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most loose-limbed
συγκριτικός βαθμός
more loose-limbed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His loose‑limbed walk gave him an air of casual charm.
Το χαλαρό περπάτημά του του έδινε μια αύρα χαλαρής γοητείας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store