goods
goods
gʊdz
goodz
woods

Ορισμός και σημασία του "goods"στα αγγλικά

01

εμπορεύματα, προϊόντα

items made or produced for sale 
goods definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
goods
Παραδείγματα
The store offers a wide range of goods, from fresh produce to handmade crafts. 

Το κατάστημα προσφέρει μια ευρεία γκάμα εμπορευμάτων, από φρέσκα προϊόντα έως χειροποίητα είδη.

02

τα προσόντα, οι ικανότητες

the qualities or abilities needed to achieve a specific goal or result 
Παραδείγματα
She has the goods to succeed in this challenging career. 

Έχει τα προσόντα για να πετύχει σε αυτή την απαιτητική καριέρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store