Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Zinc
01
ψευδάργυρος, ο ψευδάργυρος
a bluish-white metal essential for immune function and wound healing, also widely used in covering steel and preventing it from rusting and corroding
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
zincs
Παραδείγματα
Zinc-coated steel prevents rust, ensuring durability against outdoor weather.
Ο ψευδαργυρωμένος χάλυβας αποτρέπει τη σκουριά, διασφαλίζοντας ανθεκτικότητα έναντι των καιρικών συνθηκών.
to zinc
01
επιψευδαργύρωση, γαλβανισμός
coat or cover with zinc
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
zinc
γ΄ ενικό πρόσωπο
zincs
ενεστώτα μετοχή
zincing
απλός αόριστος
zinced
παθητική μετοχή
zinced



























