zinc
Pronunciation
/ˈzɪŋk/

Ορισμός και σημασία του "zinc"στα αγγλικά

01

ψευδάργυρος, ο ψευδάργυρος

a bluish-white metal essential for immune function and wound healing, also widely used in covering steel and preventing it from rusting and corroding
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
zincs
Παραδείγματα
Zinc-coated steel prevents rust, ensuring durability against outdoor weather.
Ο ψευδαργυρωμένος χάλυβας αποτρέπει τη σκουριά, διασφαλίζοντας ανθεκτικότητα έναντι των καιρικών συνθηκών.
to zinc
01

επιψευδαργύρωση, γαλβανισμός

coat or cover with zinc
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
zinc
γ΄ ενικό πρόσωπο
zincs
ενεστώτα μετοχή
zincing
απλός αόριστος
zinced
παθητική μετοχή
zinced
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store