Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zestful
01
ενεργητικός, γεμάτος ενθουσιασμό
full of energy, enthusiasm, and lively spirit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most zestful
συγκριτικός βαθμός
more zestful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Starting the day with a cup of coffee helped bring a zestful energy to the morning routine.
Το ξεκίνημα της ημέρας με ένα φλιτζάνι καφέ βοήθησε να φέρει ζωηρή ενέργεια στη πρωινή ρουτίνα.
Λεξικό Δέντρο
zestfully
zestfulness
zestful
zest



























