Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zestful
01
ενεργητικός, γεμάτος ενθουσιασμό
full of energy, enthusiasm, and lively spirit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most zestful
συγκριτικός βαθμός
more zestful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The zestful performance of the dance troupe captivated the audience.
Η ζωηρή παράσταση της χορευτικής ομάδας γοήτευσε το κοινό.
Λεξικό Δέντρο
zestfully
zestfulness
zestful
zest



























