Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Zealot
01
φανατικός, ζηλωτής
a person who is fanatically committed to a cause, ideology, or belief, often with uncompromising intensity and willingness to act aggressively in its defense
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
zealots
Παραδείγματα
The environmental zealot chained himself to the pipeline in protest.
Ο περιβαλλοντικός φανατικός αλυσοδέθηκε στον αγωγό σε ένδειξη διαμαρτυρίας.
02
ζηλωτής, ριζοσπαστικός αντιρωμαϊκός εβραίος εθνικιστής
a radical anti-Roman Jewish nationalist from the first century CE, known for violent resistance and religious extremism during Roman occupation of Judea
Παραδείγματα
The Zealots led the revolt against Roman rule in 66 CE.
Οι Ζηλωτές ηγήθηκαν της εξέγερσης κατά της ρωμαϊκής κυριαρχίας το 66 μ.Χ.
Λεξικό Δέντρο
zealotry
zealot



























