boardwalk
board
bɔ:rd
bawrd
walk
wɑ:k
vaak
/ˈbɔːdwɔːk/

Ορισμός και σημασία του "boardwalk"στα αγγλικά

01

ξύλινη πεζογέφυρα, προβλήτα

a walkway made of wooden boards; usually at seaside
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
boardwalks
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store