Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Boardwalk
01
a walkway made of wooden boards; usually at seaside
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
boardwalks
Παραδείγματα
Visitors walked along the boardwalk beside the lake.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
boardwalk
board
walk



























