Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Boarding
01
επιβίβαση
the act of entering an aircraft, ship, train, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
boardings
Παραδείγματα
The boarding process for the flight began promptly at 3 PM, and passengers were called by group number.
Η διαδικασία επιβίβασης για την πτήση ξεκίνησε ακριβώς στις 3 μ.μ., και οι επιβάτες κλήθηκαν με αριθμό ομάδας.
02
σανίδα, πάτωμα
a structure of boards
03
έγκριση στον πίνακα, ώθηση στον πίνακα
a penalty in hockey that is called when a player forcefully pushes an opponent into the boards surrounding the rink
Παραδείγματα
The referee penalized him for boarding after he shoved the player into the boards.
Ο διαιτητής τον τιμώρησε για boarding αφού έσπρωξε τον παίκτη στα σανίδια.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
boarding
board



























