yucky
Pronunciation
/ˈjəki/

Ορισμός και σημασία του "yucky"στα αγγλικά

01

αηδιαστικός, σιχαμένος

unpleasant or distasteful in appearance, taste, or smell
yucky definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
yuckiest
συγκριτικός βαθμός
yuckier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The thought of eating the slimy, yucky food made her feel nauseous.
Η σκέψη να φάει αυτό το γλοιώδες, αηδιαστικό φαγητό της έφερε ναυτία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store