youngster
young
ˈjʌng
yang
ster
stə
stē

Ορισμός και σημασία του "youngster"στα αγγλικά

01

νεαρός, παιδί

a young person, typically a child or teenager 
youngster definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
youngsters
Παραδείγματα
The youngster was eager to join his friends at the soccer game. 

Ο νεαρός ήταν ανυπόμονος να ενωθεί με τους φίλους του στο ποδοσφαιρικό παιχνίδι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store