yolk
yolk
jəʊk
yewk
cokejokesoaktoke

Ορισμός και σημασία του "yolk"στα αγγλικά

01

κρόκος αυγού, ο κρόκος

the yellow part of an egg that is surrounded by a liquid 
yolk definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
yolks
Παραδείγματα
She separated the egg white from the yolk to use in different parts of the recipe. 

Διάχωρισε το ασπράδι από τον κρόκο για να τα χρησιμοποιήσει σε διαφορετικά μέρη της συνταγής.

02

κρόκος αυγού, βιτέλος

nutritive material of an ovum stored for the nutrition of an embryo (especially the yellow mass of a bird or reptile egg) 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store