Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to yell
01
φωνάζω, κραυγάζω
to shout very loudly
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
yell
γ΄ ενικό πρόσωπο
yells
ενεστώτα μετοχή
yelling
απλός αόριστος
yelled
παθητική μετοχή
yelled
Παραδείγματα
Frustrated with the technical issue, he could n't help but yell.
Απογοητευμένος με το τεχνικό πρόβλημα, δεν μπορούσε παρά να φωνάξει.
02
φωνάζω, κραυγάζω
to convey a message or express something loudly and forcefully through shouting
Transitive: to yell a message
Ditransitive: to yell a message to sb
Παραδείγματα
The parent yelled commands to the children to come inside for dinner.
Ο γονέας φώναξε εντολές στα παιδιά να μπουν μέσα για δείπνο.
Yell
01
κραυγή, φωνή
a loud, forceful vocal expression used to protest, command, or draw attention
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
yells
Παραδείγματα
The teacher silenced the students ' yells in the hallway.
Ο δάσκαλος σίγησε τις κραυγές των μαθητών στο διάδρομο.
02
κραυγή, φωνή
a loud vocal sound expressing strong emotion, often without words
Παραδείγματα
The audience 's yells of amazement rose as the magician performed the trick.
Οι κραυγές κατάπληξης του κοινού αυξήθηκαν καθώς ο μάγος εκτελούσε το κόλπο.
Λεξικό Δέντρο
yelled
yeller
yelling
yell



























