to yell
yell
jɛl
yel
delljellfellhell

Ορισμός και σημασία του "yell"στα αγγλικά

to yell
01

φωνάζω, κραυγάζω

to shout very loudly 
Intransitive
to yell definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
yell
γ΄ ενικό πρόσωπο
yells
ενεστώτα μετοχή
yelling
απλός αόριστος
yelled
παθητική μετοχή
yelled
Παραδείγματα
In the crowded stadium, fans would often yell and cheer for their favorite team. 

Στο γεμάτο γήπεδο, οι οπαδοί συχνά φώναζαν και επευφημούσαν την αγαπημένη τους ομάδα.

02

φωνάζω, κραυγάζω

to convey a message or express something loudly and forcefully through shouting 
Transitive: to yell a message
Ditransitive: to yell a message to sb
Παραδείγματα
The sergeant yelled orders to the soldiers during the chaos of battle. 

Ο λοχίας φώναξε εντολές στους στρατιώτες κατά τη διάρκεια του χάους της μάχης.

01

κραυγή, φωνή

a loud, forceful vocal expression used to protest, command, or draw attention 
yell definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
yells
Παραδείγματα
The crowd erupted in a loud yell when the decision was announced. 

Το πλήθος ξέσπασε σε ένα δυνατό κραυγή όταν ανακοινώθηκε η απόφαση.

02

κραυγή, φωνή

a loud vocal sound expressing strong emotion, often without words 
Παραδείγματα
He let out a yell of joy after hearing the news. 

Έβγαλε μια κραυγή χαράς αφού άκουσε τα νέα.

Λεξικό Δέντρο

yelled
yeller
yelling
yell
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store