yeasty
yeas
ˈji:s
yis
ty
ti
ti
yeastier

Ορισμός και σημασία του "yeasty"στα αγγλικά

01

ζυμωμένος, ζυμώδης

having a taste or aroma resembling yeast, often found in bread, beer, or other fermented foods 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
yeastiest
συγκριτικός βαθμός
yeastier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The homemade bread had a deliciously yeasty flavor, evoking warmth and freshness. 

Το σπιτικό ψωμί είχε μια νοστιμότατη ζυμωτική γεύση, που θύμιζε ζεστασιά και φρεσκάδα.

02

ζωηρά δημιουργικό, γεμάτο ζωηρή δημιουργικότητα

exuberantly creative 
03

ζωηρός, ενθουσιώδης

marked by spirited enjoyment 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store