yearlong
year
ˈjɪə
γιε
long
lɒng
λονγκ
yearlingyearning

Ορισμός και σημασία του "yearlong"στα αγγλικά

01

ετήσιος, διαρκείς ένα χρόνο

continuing the whole year 
yearlong definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most yearlong
συγκριτικός βαθμός
more yearlong
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
duration, time, events
Παραδείγματα
She embarked on a yearlong journey around the world to explore different cultures. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

yearlong

year

+

long

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store