Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
yearlong
01
ετήσιος, διαρκείς ένα χρόνο
continuing the whole year
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most yearlong
συγκριτικός βαθμός
more yearlong
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The school implemented a yearlong study program to improve student performance in mathematics.
Το σχολείο εφάρμοσε ένα ετήσιο πρόγραμμα σπουδών για τη βελτίωση της απόδοσης των μαθητών στα μαθηματικά.
Λεξικό Δέντρο
yearlong
year
long



























