Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Yawning
01
χασμουρητό, πράξη του χασμουριέμαι
an involuntary intake of breath through a wide open mouth; usually triggered by fatigue or boredom
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
yawnings
yawning
01
χασμουρητός, βαρεμένος
showing lack of attention or boredom
02
χασμουρητός, ανοιχτός
gaping open as if threatening to engulf someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most yawning
συγκριτικός βαθμός
more yawning
διαβαθμίσιμο
03
χασμουρητός, με ανοιχτό στόμα που δείχνει πλήξη ή υπνηλία
with the mouth wide open indicating boredom or sleepiness



























