wristwatch
wrist
ˈrɪst
ριστ
watch
wɒʧ
ουοτσ

Ορισμός και σημασία του "wristwatch"στα αγγλικά

01

ρολόι χεριού, βραχιόλι ρολόι

a watch that is worn strapped to the wrist 
wristwatch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
wristwatches

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

wristwatch

wrist

+

watch

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store