Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wristlet
01
βραχιόλι, μανικέτο
a bracelet or bangle that is designed to be worn around the wrist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wristlets
02
μικρό τσαντάκι για τον καρπό, μικρή τσάντα χεριού με λουρί για τον καρπό
a small handbag or pouch worn on the wrist with a strap or handle, used to carry essentials, often for convenience or as a fashion accessory
Λεξικό Δέντρο
wristlet
wrist



























