wrinkly
wrink
ˈrɪnk
ρινκ
ly
li
λι
/ˈrɪŋkli/

Ορισμός και σημασία του "wrinkly"στα αγγλικά

01

ρυτιδωμένος, ζαρωμένος

having many wrinkles
wrinkly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wrinkly
συγκριτικός βαθμός
more wrinkly
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His wrinkly forehead furrowed in concentration as he worked on the crossword puzzle.
Το ρυτιδωμένο μέτωπό του συσπάστηκε σε συγκέντρωση καθώς δούλευε στο σταυρόλεξο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store