Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wretchedness
01
δυστυχία, ταλαιπωρία
a state of ill-being due to affliction or misfortune
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
δυστυχία, απελπισία
a state of extreme misery, distress, or suffering, often accompanied by feelings of hopelessness or despair
Παραδείγματα
The wretchedness of their living conditions was evident in the dilapidated shanty town.
Η δυστυχία των συνθηκών διαβίωσής τους ήταν εμφανής στον ερειπωμένο παραγκούπολη.
03
δυστυχία, ταλαιπωρία
the character of being uncomfortable and unpleasant
Λεξικό Δέντρο
wretchedness
wretched



























