to wreck
Pronunciation
/ˈɹɛk/

Ορισμός και σημασία του "wreck"στα αγγλικά

to wreck
01

καταστρέφω, χαλώ

to damage or destroy something severely
Transitive: to wreck sth
to wreck definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wreck
γ΄ ενικό πρόσωπο
wrecks
ενεστώτα μετοχή
wrecking
απλός αόριστος
wrecked
παθητική μετοχή
wrecked
Παραδείγματα
The lack of proper precautions wrecked the stability of the structure.
Η έλλειψη κατάλληλων προφυλάξεων κατέστρεψε τη σταθερότητα της δομής.
01

ατύχημα, σύγκρουση

a sudden, damaging incident involving one or more vehicles
wreck definition and meaning
Παραδείγματα
The wreck involved multiple cars on the freeway.
Το ατύχημα αφορούσε πολλά αυτοκίνητα στην εθνική οδό.
02

ναυάγιο, ερείπιο

someone who has suffered ruin or severe misfortune
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wrecks
Παραδείγματα
He considered himself a wreck after losing his job.
Θεωρούσε τον εαυτό του ναυάγιο μετά την απώλεια της δουλειάς του.
03

ναυάγιο, ερείπιο πλοίου

a ship that has been ruined or broken apart at sea
Παραδείγματα
Historians study the wreck to learn about naval battles.
Οι ιστορικοί μελετούν τα ναυάγια για να μάθουν για τις ναυμαχίες.
04

ερείπιο, καταστροφή

something that has been ruined, damaged, or destroyed
Παραδείγματα
Their plans were a wreck after the sudden cancellation.
Τα σχέδιά τους έγιναν ναυάγιο μετά την ξαφνική ακύρωση.
05

ναυάγιο, ερείπιο

a building or vehicle that has been badly damaged
Παραδείγματα
After the accident, his motorcycle was a wreck.
Μετά το ατύχημα, η μοτοσυκλέτα του έγινε ερείπιο.

Λεξικό Δέντρο

wrecked
wrecker
wrecking
wreck
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store