Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wreck
01
καταστρέφω, χαλώ
to damage or destroy something severely
Transitive: to wreck sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wreck
γ΄ ενικό πρόσωπο
wrecks
ενεστώτα μετοχή
wrecking
απλός αόριστος
wrecked
παθητική μετοχή
wrecked
Παραδείγματα
The storm had the power to wreck houses along the coast.
Η καταιγίδα είχε τη δύναμη να καταστρέψει σπίτια κατά μήκος της ακτής.
Wreck
01
ατύχημα, σύγκρουση
a sudden, damaging incident involving one or more vehicles
Παραδείγματα
The highway was blocked after a car wreck.
Ο αυτοκινητόδρομος αποκλείστηκε μετά από ένα ατύχημα αυτοκινήτου.
02
ναυάγιο, ερείπιο
someone who has suffered ruin or severe misfortune
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wrecks
Παραδείγματα
The veteran appeared as a wreck from years of hardship.
Ο βετεράνος εμφανίστηκε ως ναυάγιο μετά από χρόνια δυσκολίας.
03
ναυάγιο, ερείπιο πλοίου
a ship that has been ruined or broken apart at sea
Παραδείγματα
Divers explored the wreck of a 17th-century galleon.
Οι δύτες εξερεύνησαν το ναυάγιο ενός γαλιόνι του 17ου αιώνα.
04
ερείπιο, καταστροφή
something that has been ruined, damaged, or destroyed
Παραδείγματα
His finances were a complete wreck following the failed investment.
Οι οικονομικές του υποθέσεις ήταν ένα πλήρες ναυάγιο μετά την αποτυχημένη επένδυση.
05
ναυάγιο, ερείπιο
a building or vehicle that has been badly damaged
Παραδείγματα
The abandoned car was a total wreck.
Το εγκαταλελειμμένο αυτοκίνητο ήταν ένα ολοκληρωτικό ναυάγιο.
Λεξικό Δέντρο
wrecked
wrecker
wrecking
wreck



























