wrath
wrath
rɒθ
roth
wraithwreathwroth

Ορισμός και σημασία του "wrath"στα αγγλικά

01

οργή, θυμός

an intense sense of rage 
wrath definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
wraths
Παραδείγματα
The protesters faced the wrath of the authorities, who responded with brutal force and violence. 

Οι διαδηλωτές αντιμετώπισαν την οργή των αρχών, οι οποίες απάντησαν με βίαιη δύναμη και βία.

02

οργή, θυμός

extreme anger or strong resentment, often accompanied by a desire for vengeance or harming oneself and others 
Παραδείγματα
The character in the movie sought to avenge her family's murder, driven by wrath and a burning desire for retribution. 

Ο χαρακτήρας στην ταινία επιδίωκε να εκδικηθεί τη δολοφονία της οικογένειάς της, καθοδηγούμενη από οργή και μια καυτή επιθυμία για εκδίκηση.

03

οργή, θυμός

punishment that is believed to be inflicted by a higher power or deity 
Παραδείγματα
In Greek mythology, Zeus would unleash his wrath upon mortals who dared to challenge his authority or disrespect the gods. 

Στην ελληνική μυθολογία, ο Δίας απελευθέρωνε τον θυμό του στους θνητούς που τόλμησαν να αμφισβητήσουν την εξουσία του ή να ασέβησαν τους θεούς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

wrathful
wrath
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store