Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wrap
01
τυλίγω, πακετάρω
to cover an object in paper, soft fabric, etc.
Transitive: to wrap sth | to wrap sth in paper or fabric
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wrap
γ΄ ενικό πρόσωπο
wraps
ενεστώτα μετοχή
wrapping
απλός αόριστος
wrapped
παθητική μετοχή
wrapped
Παραδείγματα
She decided to wrap the birthday gift in colorful wrapping paper and tie it with a ribbon.
Αποφάσισε να τυλίξει το δώρο γενεθλίων σε χρωματιστό χαρτί περιτυλίγματος και να το δέσει με κορδέλα.
02
τυλίγω, περιτυλίσσω
to arrange or coil something around another object
Transitive: to wrap sth around sth
Παραδείγματα
The snake wrapped itself around the tree branch, preparing to strike at its prey.
Το φίδιο τύλιξε τον εαυτό του γύρω από το κλαδί του δέντρου, ετοιμάζοντας να χτυπήσει το θήραμά του.
03
συγκρούομαι, προσκρούω
to crash a vehicle into an object that is not in motion
Transitive: to wrap a vehicle around an obstacle
ανεπίσημο
Παραδείγματα
The young driver lost control of his car and wrapped it around a tree.
Ο νεαρός οδηγός έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και το τύλιξε γύρω από ένα δέντρο.
Wrap
01
ένα κασκόλ, ένα σάλι
a type of garment that is draped around the body and fastened at the waist, often with a tie or belt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wraps
02
περιτύλιγμα, χαρτί περιτυλίγματος
the covering (usually paper or cellophane) in which something is wrapped
Λεξικό Δέντρο
enwrap
unwrap
wrapped
wrap



























