wow
wow
waʊ
vaw
yowhowbowtau
wowee

Ορισμός και σημασία του "wow"στα αγγλικά

01

ουάου, πω πω

used to express a strong feeling of surprise, wonder, admiration, or amazement 
wow definition and meaning
Παραδείγματα
I can't believe you finished the race so quickly, wow! 

Δεν μπορώ να πιστέψω ότι τελείωσες τον αγώνα τόσο γρήγορα, ουάου!

01

επιτυχία, αξιοσημείωτη επιτυχία

a remarkable success 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wows
02

ένα απίστευτα αστείο αστείο, μια ξεκαρδιστική πλάκα

a joke that seems extremely funny 
to wow
01

εντυπωσιάζω, καταπλήσσω

impress greatly 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wow
γ΄ ενικό πρόσωπο
wows
ενεστώτα μετοχή
wowing
απλός αόριστος
wowed
παθητική μετοχή
wowed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store