wow
wow
waʊ
ουαου
/waʊ/
wowee

Ορισμός και σημασία του "wow"στα αγγλικά

01

ουάου, πω πω

used to express a strong feeling of surprise, wonder, admiration, or amazement
wow definition and meaning
Παραδείγματα
Wow, how did you manage to do all of that in one day?
Ουάου, πώς κατάφερες να τα κάνεις όλα αυτά σε μια μέρα;
01

επιτυχία, αξιοσημείωτη επιτυχία

a remarkable success
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wows
02

ένα απίστευτα αστείο αστείο, μια ξεκαρδιστική πλάκα

a joke that seems extremely funny
to wow
01

εντυπωσιάζω, καταπλήσσω

impress greatly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wow
γ΄ ενικό πρόσωπο
wows
ενεστώτα μετοχή
wowing
απλός αόριστος
wowed
παθητική μετοχή
wowed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store