Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wounded
01
τραυματισμένος
injured physically, especially in battle or combat
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wounded
συγκριτικός βαθμός
more wounded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The wounded athlete was unable to continue the game after sustaining a severe injury to her knee.
Ο τραυματισμένος αθλητής δεν μπόρεσε να συνεχίσει το παιχνίδι αφού υπέστη σοβαρό τραυματισμό στο γόνατό του.
Wounded
01
τραυματίας, θύμα
someone who has been hurt or injured, either physically or emotionally
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wounded
Παραδείγματα
Despite his injuries, the wounded soldier remained determined to recover and return to his unit.
Παρά τους τραυματισμούς του, ο τραυματισμένος στρατιώτης παρέμεινε αποφασισμένος να αναρρώσει και να επιστρέψει στη μονάδα του.
Λεξικό Δέντρο
unwounded
wounded
wound



























