worried
Pronunciation
/ˈwɝid/

Ορισμός και σημασία του "worried"στα αγγλικά

01

ανησυχημένος, ανήσυχος

feeling unhappy and afraid because of something that has happened or might happen
worried definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most worried
συγκριτικός βαθμός
more worried
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was worried about his job security, feeling uneasy about the company's recent layoffs.
Ήταν ανήσυχος για την ασφάλεια της δουλειάς του, νιώθοντας άβολα με τις πρόσφατες απολύσεις της εταιρείας.

Λεξικό Δέντρο

unworried
worriedly
worried
worry
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store