worn out
worn
wɔ:n
ουον
out
aʊt
αουτ

Ορισμός και σημασία του "worn out"στα αγγλικά

01

εξαντλημένος, κουρασμένος

exhausted because of too much physical work 
worn out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most worn out
συγκριτικός βαθμός
more worn out
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
fatigue, health, work
Παραδείγματα
After working a double shift at the hospital, she felt completely worn out and could barely keep her eyes open. 

Μετά από μια διπλή βάρδια στο νοσοκομείο, αισθανόταν εντελώς εξαντλημένη και μόλις που μπορούσε να κρατήσει τα μάτια της ανοιχτά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store