Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
working-class
01
της εργατικής τάξης, εργατικός
relating to individuals or families who work in manual or non-managerial jobs, usually earning modest incomes and facing financial challenges
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
socioeconomics, labor, identity
Παραδείγματα
The working-class family lived in a modest apartment and relied on steady employment for income.
Η οικογένεια της εργατικής τάξης ζούσε σε ένα μέτριο διαμέρισμα και βασιζόταν σε σταθερή απασχόληση για εισόδημα.
02
εργατική τάξη, εργατικός
working for hourly wages rather than fixed (e.g. annual) salaries
LanGeek



























