workflow
work
ˈwɜ:k
vēk
flow
fləʊ
flew
workfellow

Ορισμός και σημασία του "workflow"στα αγγλικά

01

ροή εργασίας, διαδικασία εργασίας

a defined sequence of processes or tasks to complete a specific activity or goal 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
workflows

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

workflow

work

+

flow

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store