workday
Pronunciation
/ˈwɝkˌdeɪ/

Ορισμός και σημασία του "workday"στα αγγλικά

01

εργάσιμη ημέρα, μέρα εργασίας

a regular day on which one engages in employment or professional activities
workday definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
workdays
02

εργασία ημέρας, εργάσιμη ημέρα

the amount of time that a worker must work for an agreed daily wage
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store