workbook
work
ˈwɜ:k
ουερκ
book
ˌbʊk
μπουκ
wordbook

Ορισμός και σημασία του "workbook"στα αγγλικά

01

τετράδιο ασκήσεων, βιβλίο εργασίας

a book that provides students with extra exercises 
workbook definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
workbooks
Παραδείγματα
The teacher assigned several pages from the workbook for homework. 

Ο δάσκαλος ανέθεσε αρκετές σελίδες από το τετράδιο ασκήσεων για την εργασία στο σπίτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

workbook

work

+

book

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store