to woo
woo
wu:
voo
gnudewcuehew

Ορισμός και σημασία του "woo"στα αγγλικά

to woo
01

ερωτοτροπώ, γοητεύω

to try to make someone love one, especially for marriage 
to woo definition and meaning
Παραδείγματα
He tried to woo her with flowers and heartfelt letters, hoping to win her heart. 

Προσπάθησε να ερωτευτεί με λουλούδια και ειλικρινείς επιστολές, ελπίζοντας να κερδίσει την καρδιά της.

02

ερωτοτροπώ, κερδίζω

to seek someone's favor or support 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
woo
γ΄ ενικό πρόσωπο
woos
ενεστώτα μετοχή
wooing
απλός αόριστος
wooed
παθητική μετοχή
wooed
Παραδείγματα
The candidate tried to woo undecided voters. 

Ο υποψήφιος προσπάθησε να κερδίσει τους αναποφάσιστους ψηφοφόρους.

01

Ναι!, Ζήτω!

used to express joy, excitement, or celebration 
slang
Παραδείγματα
Woo! We finally finished the project. 

Γού! Επιτέλους τελειώσαμε το έργο.

Λεξικό Δέντρο

wooer
wooing
woo
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store