Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to woo
01
ερωτοτροπώ, γοητεύω
to try to make someone love one, especially for marriage
Παραδείγματα
She was impressed by his efforts to woo her, from handwritten love notes to surprise weekend getaways.
Εντυπωσιάστηκε από τις προσπάθειές του να τηνερωτευτεί, από χειρόγραφα ερωτικά σημειώματα έως εκπλήξεις για σαββατοκύριακα.
02
ερωτοτροπώ, κερδίζω
to seek someone's favor or support
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
woo
γ΄ ενικό πρόσωπο
woos
ενεστώτα μετοχή
wooing
απλός αόριστος
wooed
παθητική μετοχή
wooed
Παραδείγματα
The brand is wooing younger audiences.
Η μάρκα προσπαθεί να κερδίσει το νεότερο κοινό.
woo
01
Ναι!, Ζήτω!
used to express joy, excitement, or celebration
Slang
Παραδείγματα
He passed his exams; woo!
Πέρασε τις εξετάσεις του· ζήτω!
Λεξικό Δέντρο
wooer
wooing
woo



























