wonky
won
ˈwɒn
von
ky
ki
ki

Ορισμός και σημασία του "wonky"στα αγγλικά

01

στραβός, λανθασμένα ευθυγραμμισμένος

not straight or aligned properly, often appearing crooked 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
wonkiest
συγκριτικός βαθμός
wonkier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The wonky picture frame hung crookedly on the wall, askew and unbalanced. 

Ο στραβός κορνιζόντας κρεμόταν στραβά στον τοίχο, άκρως και ανισόρροπα.

02

ταλαντευόμενος, ασταθής

inclined to shake as from weakness or defect 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store