Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wonky
01
στραβός, λανθασμένα ευθυγραμμισμένος
not straight or aligned properly, often appearing crooked
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
wonkiest
συγκριτικός βαθμός
wonkier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The wonky picture frame hung crookedly on the wall, askew and unbalanced.
Ο στραβός κορνιζόντας κρεμόταν στραβά στον τοίχο, άκρως και ανισόρροπα.
02
ταλαντευόμενος, ασταθής
inclined to shake as from weakness or defect
Λεξικό Δέντρο
wonky
wonk



























